Top Definition
It is a word I invented. In high school, somehow I gained the nickname "Dizzy D" of which I altered to just "Dizzeh".

Dizzeh:
1) Someone who feels faint or dizzy.
2) Someone who is popular and easy going.
"Yo Dizzeh, sup"
"Man, that guy is so dizzeh"
από Dizzeh D 26 Ιανουάριος 2004
5 Words related to dizzeh

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×