Top Definition
Excessive fondness of dogs, characterized by the ability to see, hear & smell the world from a dog's perspective.
A person who is "doggular" (pronounced like "regular," which it is really) is prepared to dig up her own back garden with a spade if her dog can't remember where he buried his best bone.
από Wodehouse 16 Αύγουστος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×