Top Definition
The act of banging a chick doggystyle while she's puking.
So that chick bent over after the yack job, so I had to doggycise the evil out of her. It was awesome.
από Mario Fillini 29 Αύγουστος 2007
5 Words related to doggycise

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×