Top Definition
(DOJ-wah-zee)n.
Middle class weed; the bourgeoisie of bud.
Throw some of that dojeoisie in the vapo.
από peoplesple 4 Μάρτιος 2009
5 Words related to dojeoisie

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×