Top Definition
Hijacking somebody elses' illegally-gotten gain(s)
That was a dolla chop, that boi is in my business!
από LaBrea 11 Σεπτέμβριος 2007
5 Words related to dolla chop

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×