Top Definition
Head that is given for a dollar amount of money; usually by a lower class person (does not have to be a female).
"that girl looks like she gives dollahead"

"that girls looks so cheap she looks like she give some dollahead"
από Edward Sadowski 5 Ιούλιος 2008
5 Words related to dollahead

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×