Top Definition
When someone is prone to buying cheap items, though they have enough for more expensive ones. (route is from the store "dollar daze")
Annie: Hey joe, is Steff gonna rent the good dj from that club?
Joe: No she's too dollar dazed.
από Michael Findley 21 Αύγουστος 2007
5 Words related to dollar dazed

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×