Top Definition
A complete idiot who doesn't know what he's doing.
Isabelle is such a dolthead when she tries to sing along with the music. She gets the lyrics wrong.
από Anonymous as a Mouse 28 Ιούνιος 2008
7 Words related to dolthead

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.