Kharaa form of dancing.
Exclamation when three hives have been made.
"Now we donce"
από KEm1KaL 28 Ιούλιος 2003
To dance crazily in a hilarious fashion
* GeneralHessinger donces
από shellcase 5 Σεπτέμβριος 2004
Doncing: verb; to celebrate with wild abandon. Similar to dancing, except in the fact that it's totally more intense.
I achieved victory over my enemies, and donced the night away! Three people suffered injuries in the process...
από PullingTheTrigger 19 Οκτώβριος 2013
To dance with not a lot of emotion...
/me donces roflrofl
από Bishop 28 Μάιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×