Top Definition
a royal blue terricloth satchel used to hold various items of a mess kit (i.e. spoons, forks, bowls, etc.)
a "donkabag" is also an exclamation of pure joy or hatred.
YOU'RE SUCH A DONKABAG!!!

that necklace is beautiful. it makes my life a pure DONKABAG
από a donkabag 21 Δεκέμβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×