Top Definition
Any person resembling attributes of a donkey. Usually associated with dull eyes, a permanent frowned mouth, and a low crackly voice.
Our Chemistry teacher Mr. Wilkenson is such a fucking donkelator
από Patrick 8 Ιούλιος 2004
6 Words related to donkelator

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×