Top Definition
After a successful donkey punch, the mixture of fecal matter, semen and occasionally blood that oozes from the unconscious (fe)male's anus.
After a night of wild sex, the sheets were drenched in Gladys' donkey milkshake.
από Duncan Smith 14 Ιούλιος 2006
5 Words related to donkey milkshake

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.