Top Definition
Donkey Plunder: The act of stealing an ass. A crude term referencing anal rape. The slang terms generates from DONKEY also known as an ASS & PLUNDER as know as stealing.
Leonard the molester learned the how it felt to be on the other end of a donkey plunder when serving time in state prison.
από Anal Knievel 11 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×