Top Definition
The awkward bowing of one's legs while walking, after having had rough sex for an extended period of time.
"You can tell Denise had a great time last night with Gavin! She's doing the donkey walk!"
από mastersplinter 15 Ιανουάριος 2010
5 Words related to donkey walk

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.