Top Definition
A soldier or officer of a cavalry regiment.
I can't read or write but I've got really wealthy parents so I'm going to become an officer with the donkey wollopers !
από muffindamule 5 Οκτώβριος 2006
5 Words related to donkey wolloper

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.