Top Definition
To throttle something or someone in a donkey like fashion.
The use of the word is derived from comedic usage for the purpose of insulting or threatening another.
;Seriously, I will donkey-throttle the mess out of you...

;When all else fails, donkey-throttle.
από Throttle1 8 Φεβρουάριος 2014
6 Words related to donkey-throttle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.