Top Definition
1. named at someone as if to say they would bang a donkey or simply saying dumbass in a more unique way

2. a shouted explitive such as dammit or shit
1. "You're supposed to flush the toilet when you finish you donkeyscrew."

2. (you drop a heavy object on your foot) "donkeyscrew!!"
από Mikey Mac 15 Ιούλιος 2006
7 Words related to donkeyscrew

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.