Top Definition
dong-kish adjective; used to describe something that is donkey-like, i.e. horrible, irritating, annoying, bothersome, disturbing, abrasive, aggravating.
"Boy, James is sure acting donkish today, but that's nothing new."
από Mizegan 29 Αύγουστος 2009
6 Words related to donkish

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×