Top Definition
The act of a donkolator checking you or someone around you out.
There was definately some donkolation occurring with those chicks back there.
από Pete Karl 10 Φεβρουάριος 2004
2 Words related to donkolation

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×