Top Definition
Australian slang term of an obscure but aged variety, denoting any complex object or device of a too-difficult-to-describe nature.
Just open the valve on the pipe there, no, not that one, the one leading out of the doobilacky next to the whatsit. Yeah.
από Hank M. 18 Ιούνιος 2008
5 Words related to doobilacky

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.