Top Definition
A highly original nickname for someone tall and ruggedly good looking. Of above average intellect. Pronounced Doo-CHAY. El Doochay.
We can run through the amber light, we're pulling a Doochay.
από ddsufhaskfh 25 Μάρτιος 2007
4 Words related to doochay

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×