Top Definition
somebody who will never lose their virginity, usually has copper colored hair and acne in the form of a beard, smokes pot on the daily, and their neck resembles one of a giraffe.
Dante: "Jeff shut up you doozler."
Jeff: "No Dante, im not THAT bad looking."
από Amanda Pampena 11 Μάρτιος 2006
5 Words related to doozler

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×