Top Definition
A person that is addicted to drugs.
Your brother is a dope feen (addicted to any type of addictive drug).
#dope #feen #fiend #drugs #addiction
από 921Atlanta 24 Μάρτιος 2014
10 Words related to dope feen
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×