Top Definition
A drug dealer, especially one who deals hard drugs, such as coke, meth, and heroin.
Did you hear? Some junkie shot two dope slingers on the corner of East 7th and A.
από JaggedJesus 6 Νοέμβριος 2007
12 Words related to dope slinger

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×