Top Definition
Pronounced: doh-plow, sometimes pronounced doh-play, which is scribed as dopelé.

dope. when you feel great or like something.
#1
Hey Dane, how you feelin' right now??

DOPELÉ!!

#2
This burrito is dopelau
από fabmelo 6 Μάρτιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×