Top Definition
adj 1. of and pertaining to the dope 2. a small precinct of Germany 3. descriptive of any anti-Vatican assailant captured by the Swiss Armed Forces
"Truly anyone who thinks that Germany has such a precinct is among the dopeliest of us all." -unknown

"I say Charles, while normally Lehnsherr's scheme's border on the dolten, his aproach is truly of the dopely this time" -Prof. McCoy
από globlast 7 Σεπτέμβριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.