Doperoni (adj) -
1. The combination of dope and pepperoni.
2. Hyperbole describing something of extreme awesomeness. Originated as being something better than both 'dope' and 'pepperoni'
The other day I did a complete rendition of Michael Jackson's Thriller for a crowd of third graders. A doperoni time was had by all.
από Gaterpillar 5 Ιούλιος 2006

5 Words Related to doperoni

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×