Top Definition
The realm and quanitity of one's own particular dopeness.
Today, I watched six hours of music videos, in hopes to increase my dopetitude.

I was almost swallowed by Kanye West's dopetitude last night at the VMA's.
από David J- All Day, Erryday 5 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×