Top Definition
To die twice after receiving two life sentences.
The murderer was killed by lethal injection, resuscitated, and then killed again after receiving two life sentences. He double died.
#dead #death #kill #court #lethal injection #first degree
από give_a_listen 9 Μάιος 2008
6 Words related to double die
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×