Pronunciation duhb-uhl-fuhk-tahrd

{double} twice as large, heavy, strong, etc.; twofold in size, amount, number, extent, etc.: a double portion; a new house double the size of the old one.

{fuck}a person, esp. one who is annoying or contemptible

{tard}a person who is stupid, obtuse, or ineffective in some way: a hopeless social retard.
"Like Double-Mint Gum?" "No, like Double-FuckTard!"

-Shady Grady
από Beer Tits 8 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×