Top Definition
VERB: To change someone or something into a douche, or that of a douche.
Adam wore my leather jacket and doucherized it. Now I look like a fag in it.
από Wheeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeeee! 6 Φεβρουάριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×