Top Definition
The act of making dough (I.e. money);
"Hey man what you doin today?"
"Oh you know making that dough"

"I hear ya, I'll be doughing till 5"
#dough #cheddar #money #work #working
από mandz 13 Ιούλιος 2014
going, and doing it
Fred: go get the shovel
Tom: okay
Fred: god damnit Tom get the damn shovel!
#dough #doughin #doughing #dough this crap #doug
από kelseeey 25 Αύγουστος 2008
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.