Top Definition
A (possibly wealthy) old woman, particularly one with an osteoporosis-induced hunchback (a "dowager's hump").
The widow next door is a rich old dowager.
από Aaron T. 24 Σεπτέμβριος 2006
1 more definition
a cutie.
what's up dowager!
από rob 6 Απρίλιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×