Top Definition
To have ones downfall come about through ones own actions or fanglings.
You were downfangled when you created a killer robot to fight crime, that subsequently killed you for creating a killer robot.
από Agg Bog 13 Οκτώβριος 2006
5 Words related to downfangled

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.