Top Definition
n. A sexual fetish for dragons.
Also: dracophiliac
His dracophilia made him very aroused when he saw the picture of the beautiful female dragon.
από Toksyuryel 6 Μάρτιος 2005
3 Words related to dracophilia

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×