Top Definition
Oral inhalation with action akin to a mosquito bite, optionally with tongue, of a dreadlock by a fascinated and/or jealous caucasian.
Some dread skeeter skank-handled my sister-in-law's hair like a popsicle, she was pretty skeeved out by it.
από Chickaboomking 26 Δεκέμβριος 2009
5 Words related to dread skeeter

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×