Top Definition
the act of drinking copious amounts of alcohol, which often leads to poor decisions, blacking out, and random hook ups.
Come over to my house so we can drinklinki.
#wasted #classy #smashed #trashed #blackout
από JB9253a 9 Ιούλιος 2009
5 Words related to drinklinki
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×