Top Definition
Noun. Combination of dribble and drool, meaning a large glob of saliva on the face.
While the olympic ice skater was being lifted into the air, I was sickened to see drooble on her face.
από soontobenursejme 15 Φεβρουάριος 2010
1 more definition
a line of spit down the face
Amy Dennis is Queen Droobles
από Spit Gods 17 Ιούνιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×