Top Definition
inebriated from ingesting large amounts of alcoholic beverages; drunk; totally gone; wasted; plastered
"Dude, I've never been drunk enough to wake up naked before."
"Yeah, you were so drooj last night, you kept screaming for Legolas and kicking posters off the wall."
από LittleGreenMan 4 Μάρτιος 2009
5 Words related to drooj

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×