Top Definition
The act of dancing vigorously, wild and relentless or dancing dirty.
Can also be the act of wild sweaty sex.
Yo hottie nice moves, let's drop sweat.

I dropped sweat with Jodie last night, that girl can dance!

We were droppin sweat all night long, Jon has mad endurance in bed.
από northsouth 16 Δεκέμβριος 2008
9 Words related to drop sweat

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×