1. To give up holding in your intestines after being disemboweled.
2. To give off anal gas.

See Fart
1. After waiting a half hour for the ambulance to arrive, Shaun dropped his guts and went home.
2. As the elevator doors closed, John broke the silence by dropping his guts.
από Troglokhan 9 Αύγουστος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×