Top Definition
Drople is the affect of old age causing your nut sack to hit your sphincter(ass hole) repeatedly when walking
Herbert: God ive got such a drople right now, two more minutes and i will lose them.

Ted: HA! you got your sphincter slapped.
από htrae mrow mij 30 Απρίλιος 2007

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×