Top Definition
when a person is silmultaneously drunk and horny which usually leads to poor life decisions, taking strangers home, waking up with no recollections of the prior night and for an awkward morning.
"where did you disapear to last night with that guy..."

"shut up I was DRORNY"
από emcc 6 Μάρτιος 2007
5 Words related to drorny

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×