Top Definition
To purchase a firearm and go through the Dealers Record Of Sale process with the State of California
I just DROS'd a new rifle at my local dealer.
από MikeHas 3 Απρίλιος 2008
5 Words related to dros'd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×