Top Definition
drw
noun, adj. a dirty rotten whore. a female of dubious virtue.
Cenzo: Dude, why did you stop seeing Amber?

Mr. Burton: Well, don't think Mr. Burton didn't like her, but he realized she was a nothing but a DRW.
από the guy with the arms 28 Ιούνιος 2006

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×