Top Definition
A dudecat is a personal noun. Used in situations where you can't remember a dude's name and you do not really care for the fellow.
1. wow! Dudecat could not leave us alone.

2. He sure was a strange dudecat.
από star669 20 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×