Top Definition
A hardcore workout session with your bros. Conversations about women, farts, and muscles usually ensue amidst pumping iron.
Baby, I can't go to dinner with your parents. Me and the the boys planned a dudercise two weeks ago.
από KJ Peters 6 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to dudercise

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×