Top Definition
demolished; destroyed, generally in a competition such as a sport or a game
Brazil just dumpstered on the USA in soccer

Get dumpstered n00b
από ZimmermanDidNothingWrong 26 Ιούνιος 2013
1 more definition
Adj. A word used to describe something that was found while dumpster diving.
Kate: I wish I had some bread to eat.

Pat: Do you want some of this dumpstered bread?

Kate: Sure. Thanks!
από goeologo 11 Φεβρουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×