Top Definition
a royal fuck-up. one whom could not possibly fuck up a situation any more.
George W. Bush is one of the biggest dunderfucks to end up running a country.
από Volak 28 Απρίλιος 2004
When "stupid motherfucker" just isn't enough. A person of unlimited stupidity.
Linkin Park is not metal, you fucking asshole. God, you're such a dunderfuck.
από Ken 19 Απρίλιος 2003

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×