Top Definition
DurtturD: n.vulgar (dûrttûrd)

1.Diarrhoea that hits everywhere except in the bowl.

2.Someone who promotes themselves solely by crapping on the competition rather than by merit.
The guy's a durtturd, he has nothing good to say about anyone except himself.
από Mick O'Dwyer 22 Δεκέμβριος 2005
5 Words related to durtturd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.